Showing posts with label live. Show all posts
Showing posts with label live. Show all posts

18 July 2017

into the waters


Πελοπόννησος του Γλυκού Νερού





ον-οφάδα σε μέρη εξαιρετικής ομορφιάς - με κυρίαρχο το υγρό στοιχείο - και παρέα dream-team

22 December 2016

καρτ ποστάλ από το Bergen

καρτ ποστάλ από το μπέργκεν



photo: ©isuvo


​​ήταν αποκαμωμένος. στεκόταν στην αποβάθρα στηρίζοντας όλο του το κορμί με την πλάτη στο κάγκελο. είχε κλείσει τα μάτια περιμένοντας ν’ ακούσει τον ήχο του τρένου πάνω στις ράγες. μόνο τότε θα τα άνοιγε.

ήθελε να επιστρέψει. γιατί οι άνθρωποι θέλουν να επιστρέφουν εκεί που ανήκουν. ακόμα κι αν ποτέ δεν ένιωσαν να ανήκουν κάπου περιμένουν μήπως η επόμενη στάση γίνει τελικά και ο σταθμός τους. ακόμα κι αν το εκεί είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. ακόμα κι αν αυτή η επιστροφή είναι απλά μια μικρή μείωση της απόστασης από τον τελικό επιθυμητό προορισμό.

είχε όλες τις σωστές λύσεις στο μυαλό του μα απέναντι του όλα τα λάθος προβλήματα. θα μπορούσε να σηκώσει το χέρι του και να παραμορφώσει την πραγματικότητα της στιγμής, την πραγματικότητα της άκρης του κόσμου γιατί δεν είχε καμιά πίστη, καμία προσδοκία για την ορθή απεικόνισή της. θα μπορούσε να παραμορφώσει όλες τις οριοθετήσεις σαν ένας μικρός εξπρεσιονιστής.

δεν σκεφτόταν τη συναισθματική φόρτιση. είχε μια αγωνία να ανοίξει τα μάτια, να ακούσει τον ήχο του τρένου επιτέλους. δεν ξέρω αν ήταν ήρωας του ίψεν ή απόγονος των βίκινγκ, ξέρω πως έτσι όπως καθόταν εκεί το αρκτικό φως ήταν σε σύγχυση με τη δύση και την ανατολή να μπλέκονται η μία πάνω στην άλλη χωρίς καμιά να μπορεί να επικρατήσει. σαν την ολονύχτια μάχη του πραγματιστή με τον ρεαλιστή, κάνεις δεν βρέθηκε το ξημέρωμα ικανοποιητικά νεκρός.

ο ήχος του τρένου ακούστηκε μαζί με τον ήλιο του μεσονυκτίου. αποφάσισε να χάσει το τρένο και συνέχισε να περιμένει. εξάλλου η αξία της αναμονής σχετίζεται άρρηκτα με το πόσο άτρωτους μας κάνει να νιώθουμε αυτός που μας περιμένει, χωρίς να απαλείφει τα τρωτά μας σημεία.

10 June 2016

Ελαφοκυνηγός ή Θά'θελα να'μουν πιό ευτυχισμένος

Αναδημοσίευση από "Το Βυτίο" -
Λατρεύω την γραφή του, με εκφράζει από το μεδούλι των σκέψεων μου, και με έναν περίεργο τρόπο πέφτει μέσα στις διακυμάνσεις συναισθημάτων που νιώθω και εγώ (και ίσως και πολλοί άλλοι). Σαν να είμασταν συντονισμένοι η απλά αντιδρά ο οργανισμός μας με παρόμοιο τρόπο σε αυτά που συμβαίνουν γύρο μας.
Απολαύστε:

"Ελαφοκυνηγός"


Ετοιμάζομαι να δω το short term 12 και τσεκάρω λίγο τα σχόλια στο τορεντάδικο μήπως η εκδοχή που κατέβασα έχει κάποιο πρόβλημα, λείπουν κάμποσα λεπτά, δεν είναι συγχρονισμένος ο ήχος κλπ. Κοιτάζω και όλα είναι καλά, κανένα θέμα, όλα τα ευγενικά άβαταρ λένε τα μπράβο και τα ευχαριστούμε, όπως συνηθίζεται. Ανάμεσα στ’ άλλα, υπάρχει σχόλιο από ένα κόκκινο άβαταρ στο οποίο δεσπόζει κάτι σαν σαμουράι. Ο σχολιαστής μιλάει για την ταινία, λέει πόσο καλές είναι οι ερμηνείες και άλλα τέτοια. Προσθέτει όμως ότι μπορεί να ενθουσιάστηκε επειδή έχει παρόμοιο παρελθόν. Μεγάλωσε σε τέτοιου είδους σπίτια, σε αυτά που μένουν παιδιά χωρίς γονείς στις ΗΠΑ, περιμένοντας κάποια οικογένεια να δεχτεί να τα φιλοξενήσει για λίγο ή περισσότερο καιρό. Με βάση αυτή την εμπειρία, λέει ότι η ταινία είναι πολύ αληθινή, ότι αυτά που βλέπουμε συμβαίνουν, ότι τέτοιες είναι οι ζωές των ανθρώπων. Μου κάνει εντύπωση το σχόλιο, αλλά το ξεπερνάω.
Ύστερα βλέπω την ταινία και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους αδυνατώ να συγκεντρωθώ στο γεγονός ότι όντως μ’ άρεσε η ταινία, γιατί όλο σκέφτομαι το κόκκινο άβαταρ με τον σαμουράι που είχε γράψει «τη μία στιγμή γελούσα και την άλλη έκλαιγα». Το άβαταρ χωρίς γονείς ή με γονείς που δε μπόρεσαν να το μεγαλώσουν τέλος πάντων, γράφει σε ένα θρεντ που όλοι καταθέτουν τυπικά τις κριτικές τους για την ποιότητα του torrent (βίντεο: 8, ήχος: 9), ότι τη μία έκλαιγε και την άλλη γέλαγε. Έκλαιγε και γέλαγε βλέποντας στην οθόνη τις ζωές των ανθρώπων που του μοιάζουν.
186

*
Περπατάω στην Αιόλου και τη βλέπω, γυναίκα ντυμένη κανονικά – όπως εννοεί ο καθένας το κανονικά – εκεί γύρω στα 40, όρθια στα σκαλιά της Αγίας Ειρήνης να κάνει το σταυρό της αδιάκοπα και να ψιθυρίζει. Χειρονομία που διαρκεί τουλάχιστον τρία λεπτά, μετά δεν σταματάει, απλά εγώ συνεχίζω το δρόμο μου.
*
Παρήγγειλα απ’ τον Νεκτάριο τη Δεύτερη Προβολή και όπως συμβαίνει μερικές φορές με τα μεταχειρισμένα βιβλία βρήκα μέσα ένα σημείωμα, προφανώς γραμμένο από τον παλιό ιδιοκτήτη. Σε μια σελίδα ημερολογίου (Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 1986) ένα περίεργο πολιτικό σχόλιο (αντικαπιταλισμός; μικρό αντικομμουνιστικό κειμενάκι; απλό μίνι παραλήρημα; ποιος ξέρει που αναφέρεται) και ξαφνικά στο τέλος μια εντελώς προσωπική διαπίστωση.
«εγώ πάντα σκεπτόμουν ότι αυτό το καθεστώς είναι το πιο εγκληματικό και το πιο θανατηφόρο και η ανθρωπότητα δεν το είχε ποτέ αποδεχθεί. Η εφαρμογή αυτής της ιδέας σώριασε χιλιάδες ερείπια από νεκρούς. Θα ήθελα να ήμουν πιο ευτυχισμένος.»

IMG_0931

Αν καταφέρει κανείς να ξεκολλήσει από αυτή την τόσο σκληρά διατυπωμένη πικρή επιθυμία του γράφοντος, θα βρει από πίσω σημειωμένα τέσσερα τηλέφωνα, του Γιώργου, του Νίκου, του Δημήτρη και του Δημήτρη.
Σκέφτομαι ότι ασφαλώς ο γράφων, ο κάθε γράφων, θα ήθελε να είναι πιο ευτυχισμένος. Ναι βέβαια αλλά με τι δύναμη το γράφεις έτσι απλά, πως τα κατάφερες και αποτύπωσες αυτή τη στοιχειώδη πίκρα στις 13 Δεκεμβρίου 1986; Δεν είναι απλά πράγματα αυτά.
*
Ανάμεσα σε μία απ’ τις κλασσικές συζητήσεις για όλα και για τίποτα σε σπαστά ελληνικά/αγγλικά/αραβικά, μια φίλη απ’ τη Συρία κάνει ένα σχόλιο για ένα φιλικό μου πρόσωπο. Το σχόλιο μου κάνει τρομερή εντύπωση, είναι ταυτόχρονα φοβερά ακριβές, σκληρό και βαθύ. Τα δύο πρόσωπα ζήτημα είναι να έχουν συναντηθεί τρεις φορές. Παρόλο που στην περίπτωση μου μιλάμε για γνωριμία χρόνων, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να σκεφτώ ποτέ αυτό το πράγμα, να αντιληφθώ κάτι πολύ κεντρικό δηλαδή για αυτό το άτομο και να το εκφράσω με τέτοιο δίκαιο και εύστοχο τρόπο. Είναι η ματιά μας επιλεκτική απέναντι σ’ αυτούς που αγαπάμε ή απλά ξεπερνάμε απείρως ευκολότερα τις λεπτομέρειες για να ξεκουραστούμε ξανά και ξανά στη θαυμαστή και πολύπαθη φιλία μας; Πώς κοιτάμε τους άλλους και πως εμφανιζόμαστε μπροστά στο κοινό της παρέας;
Κανέναν δεν ξέρουμε και όλοι μας ξέρουν, είμαστε ταυτόχρονα διάφανες αυλαίες και θεόκλειστα στρείδια.
*
Ο χρόνος είναι ένας αδιανόητος οδοστρωτήρας, τίποτα δεν μένει όρθιο ή ίδιο. Κάθε βράδυ τρώω μήλα  και απολαμβάνω εξίσου τη γεύση και το καθάρισμά τους, οι άνθρωποι γύρω μου δεν μοιάζουν ούτε κατσαρίδες ούτε γλυκούτσικοι κι αχνοί – δεν ξέρω πια πώς να τους κοιτάξω, ανέχομαι περισσότερο τα τηλεφωνήματα ακροατών σε αθλητικά ραδιόφωνα από την αριστερή πολιτική επικαιρότητα και σκέφτομαι ότι θα ήθελα να πάω στην Ισλανδία, το Περού, την Καμπότζη , κάποιο νησί που δεν μπορώ τώρα να αποφασίσω, τη Λισαβόνα ή τα αποστακτήρια του Tullamore.
*
αν όντως ενδιαφέρεσαι 
να μάθεις πως περνάμε
θα σου πρότεινα να ξανάβλεπες 
τον Ελαφοκυνηγό
Γ. Πρεβεδουράκης – χαρτάκια

21 March 2016

Εαρινή ισημερία


 


     Εαρινή ισημερία, άνοιξη, newroz...
     Πόλεμος δεν είναι ο χειμώνας
     Ειρήνη δεν είναι το καλοκαίρι.

     Πως να καταφέρνω να μην προσαρμοστώ,
     να μην αποδεχτώ την κατάσταση?
     Κάθε μέρα κλαίω, κάθε μέρα γελάω

     Για να μην πεθαίνει κάτι μέσα μου.
     Εαρινή ισημερία

10 February 2016

#Αφροδίτη το Γενάρη


Η #Αφροδίτη το Γενάρι 
ξεκινάει αναζητώντας ζεστασιά σε χαμένους παράδεισους. 
Κοιμάται και περιμένει το φιλή...

 

 


25 September 2015

Το ροζ που δεν ξέχασα


Κάτι έμεινε από το καλοκαίρι, μια αύρα, ένα αεράκι που μυρίζει θάλασσα, καλοσύνη, ζέστη,   κρασί, παραμύθι και κάτι άγνωστο πίσω από την επόμενη γωνία



Οι δουλειές σε παγωμένο χρόνο, αιώνες ίδιες κινήσεις, χέρια μαζεύουν, ξεδιαλέγουν, απλώνουν, γυρίζουν. Οι γεύσεις πηγάζουν στο βάθος χρόνου, οι φωνές και τα λόγια αλλάζουν, επαναλαμβάνονται




Η μελαγχολία στο ξεκίνημα του δρόμου, κάθε λεπτό ένας αποχαιρετισμός, κάθε λεπτό μια ζεστή νοσταλγία, μια φευγαλέα σκέψη




τρυφερότητα, αεράκι σαν χάδι, δροσιά το ύστατο αγαθό



Και μετά χαιρετάς, η ζωή είναι μπροστά, κλειδώνεις το σπίτι και φεύγεις. 
Εσύ επιβιώνεις αλλού πλέον























03 March 2015

σκόρδα, πάθη, σκρατς


σκόρδα, πάθη, σκρατς

(5 εικόνες από αυτές που δεν τράβηξες και σου μένουν αξέχαστες, με τα λόγια του "Βυτιου", που έχει την πέννα....)


1.
Καθώς βγάζω το σκύλο βόλτα περνάμε μέσα από τη λαϊκή. Είναι πρωί, ο κόσμος ακόμη δεν είναι πολύς. Στη γωνία ακριβώς απέναντι απ’ την αρχή της λαϊκής, ένας μάλλον μικρός πάγκος. Σκόρδα καλά τακτοποιημένα σε μικρά διχτάκια και χαρτιά κουζίνας. Ένας πιτσιρικάς, 12 με 14 χρονών ανεβάζει το τελευταίο ρολό στο καθορισμένο σημείο. Δίπλα του ένας κύριος, μάλλον ο πατέρας του. Του λέει, «πετάγομαι μια στιγμή μέχρι το αυτοκίνητο να το πάρω κι έρχομαι. Θα ‘σαι οκ;». Ναι λέει το πιτσιρίκι και κάνει ο πατέρας να φύγει αλλά κοντοστέκεται. Γυρνάει, το πλησιάζει και του κουμπώνει το μπουφάν μέχρι πάνω. «Κάνει κρύο» λέει κι απομακρύνεται. Το πιτσιρίκι με το μπουφάν τέλεια κλεισμένο και ανεβασμένη την κουκούλα στέκεται πίσω από τον πάγκο και περιμένει πελάτες.
Λίγο παραπέρα, στην άλλη γωνία του τετραγώνου, υπάρχει ένα σχολείο. Βλέπω τα παιδιά που τρέχουν στην αυλή, πρέπει να έχουν διάλειμμα. Μια γυναίκα, με ένα πολύ κομψό παλτό και ασορτί τσάντα, πλησιάζει στα κάγκελα. «Πέτρο» φωνάζει γλυκά. Ο Πέτρος έρχεται φωνάζοντας «η μαμά μου». Η μαμά του, του εξηγεί ότι πάει μέχρι το σούπερ μάρκετ, ο Πέτρος αντιδρά γιατί της έχει πει ότι είναι καλύτερος ο βασιλόπουλος από το καρφούρ, αυτή γελάει με το σχόλιο και αμέσως παρατηρεί ότι ο Πέτρος τρέχει στην αυλή στο διάλειμμα χωρίς μπουφάν. Του το λέει, έχει κρύο, είναι δυνατόν να μη φοράει το μπουφάν, αλλά ο Πέτρος γελάει, γελάει κι αυτή, τον χαιρετάει και ο Πέτρος συνεχίζει το τρέξιμο.
Όλα αυτά ενώ είναι Παρασκευή, που θα πει καθημερινή, και τα δύο συνομήλικα (πάνω κάτω) παιδιά ακούνε ότι κάνει κρύο και θα πρέπει να φοράνε τα μπουφάν τους και μάλιστα κουμπωμένα. Το ένα παιδί είναι στον πάγκο με τα σκόρδα και τα χαρτιά κουζίνας και φοράει την κουκούλα, το άλλο τρέχει στην αυλή, παίζει μπάλα, γελάει, προτιμά το βασιλόπουλο.
Ο λαϊκιστής σκηνοθέτης που κατοικεί πίσω απ’ τα μάτια μου παίζει με τις εξής εκδοχές:
α) ίδια είναι η αγάπη, ίδια κι απαράλλαχτη. Ο λαϊκατζής που δουλεύει με το μικρό του γιο και η κυρία που περνάει έξω απ’ το σχολείο με το κέφι της είναι δυο στάλες απ’ το ίδιο κρασί. Και οι δύο για το μπουφάν μιλάνε και οι δύο για το κρύο μιλάνε και οι δύο με την ίδια κίνηση έρχονται στο πρωινό της Παρασκευής. Χαμηλώνουν λίγο το κορμί τους, πιάνουν τις άκρες του μπουφάν, τις φέρνουν κοντά και ζεσταίνουν τα παιδιά τους. Και οι δυο προσεύχονται στο ίδιο άγιο φερμουαράκι.
β) καθόλου ίδια δεν είναι η αγάπη, η ζωή, η πραγματικότητα και το πρωινό της Παρασκευής. Στον ένα κόσμο κάποιος περνάει καλά με τους συνομηλίκους σε μια αυλή, αντιγράφοντας τον Μέσι και ξέρει τη διαφορά των σούπερ μάρκετ και ποιο έχει μεγαλύτερη ποικιλία αλλαντικών και ποιος ξέρει τι άλλο και κάνει χιούμορ με τη μάνα του. Στον άλλο κόσμο κάποιος τακτοποιεί σκόρδα σε διχτάκια, τα τοποθετεί σε ένα ξύλινο πάγκο, τα πουλάει, περιμένει τον πατέρα του να γυρίσει από το αυτοκίνητο, είναι καθημερινή και δεν έχει σχολείο, βλέπει εμένα με το σκύλο που πάμε αμέριμνοι την πρωινή μας βόλτα πίσω απ’ τα παλτά  μας και δεν ξέρει αν κρυώνει ή δουλεύει ή τραγουδάει έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις.
IMG_1651
2.
Τα πρωτοσέλιδα υπογραμμίζουν ότι ο λαός διαπραγματεύεται, ο λαός στηρίζει, ο λαός ανησυχεί, ο λαός φοβάται, ο λαός ενώνεται και ο λαός διχάζεται. Διαβάζεις με πλήρη αδιαφορία τα ρεπορτάζ και τις δημοσκοπήσεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, απλά καταναλώνεις νούμερα, ποσοστά και την ιδέα του καθενός για το πού πάει το πράγμα και το «τι πιστεύει ο κόσμος». Τυχαίνει όμως Κυριακή μεσάνυχτα να συναντηθείς με ένα κομμάτι της κοινής γνώμης έξω από τα επείγοντα του δημόσιου νοσοκομείου.
Η γριά στο φορείο με ορό και αναπνευστικό σωληνάκι κουτουλάει σε πόρτες και τοίχους καθώς μεταφέρεται. Έχει ένα τεράστιο μπαλόνι (απλό κόκκινο ή μίκυ, οι λεπτομέρειες είναι προς διερεύνηση) κάτω απ’ το στήθος. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο με τέτοιο φουσκωμένο θώρακα, αλλά βέβαια δεν συχνάζω στα νοσοκομεία. Μόλις συνέρχεται λίγο, η κόρη της, της ανακοινώνει ότι περιμένουν κάποιες επιπλέον εξετάσεις, και απόψε θα μείνει μέσα «για παρακολούθηση». Ύστερα προσπαθεί κάπως να βολευτεί καλύτερα στο δωμάτιο αναμονής και μιλάει κάποια στιγμή μόνο για να πει «πωπωπω, τα πάθη του χριστού περνάω». Και ιδού ένας τρόπος να έρχεσαι σε επαφή με τέτοια θέματα, πέρα απ’ τη συζήτηση για το χωρισμό κράτους εκκλησίας, τους παπάδες, τις φωτογραφίες μικρού ξωκλησιού κρεμασμένου πάνω απ’ τη θάλασσα και όλα τα σχετικά. Όταν δεν προσεγγίζουμε τα ζητήματα πολιτικά, σκεφτόμαστε με καρτ ποστάλ, αυτό είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η γριά όμως δεν μπορεί αλλιώς να περιγράψει την κατάστασή της, δεν μπορεί αλλιώς να αφηγηθεί το βάσανό της (που διαβεβαιώνω έμοιαζε πελώριο), παρά μπορεί μόνο να πει «τα πάθη του χριστού περνάω». Και ο χριστός δεν είναι μόνο αγάπη και ελπίδα, είναι το καταφύγιο των λέξεων, το ύστατο βοήθημα μια περιγραφής που αλλιώς θα έμενε λειψή και δυσνόητη. Εκεί, στο Αλεξάνδρα, Κυριακή μεσάνυχτα, η γριά περνούσε τα πάθη του χριστού και όντως τα περνούσε και αν μπορείς έλα σε μένα τον τυχαίο διπλανό της αναμονής να μου δώσεις να το καταλάβω αλλιώς.
Παραπέρα άλλη γριά με κάτι σαν αυτοσχέδια γκλίτσα/μπαστούνι παλεύει κάθε τόσο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα της αναμονής στηριζόμενη και με τα δύο χέρια σ’ αυτό. Ζορίζεται, αλλά δεν βαρυγκομάει.  Ο γιος της, ένας αλαφροΐσκιωτος, με πέντε δόντια, παραλλαγή αεροπορίας, σκουφί χωρητικότητας δυο κεφαλιών ακόμη τουλάχιστον, προσπαθεί να την ηρεμήσει, θα μας φωνάξουν, λέει, πού πας, αφού δεν μπορείς, έχεις το πόδι σου. «Ε, θα το σύρω και αυτό τι θα κάνει, θα περπατήσει» του απαντάει και όντως το σέρνει κι αυτό υπακούει, αντανακλαστικά θα έλεγες και περπατάει. Ο γιος δεν μπορεί να κάτσει σε ένα μέρος, μιλάει σε ένα κινητό το οποίο αδυνατώ να καταλάβω πόσο παλιό είναι, με κάποια θεία και όταν περνάει από δίπλα μου παρατηρώ ότι στην τσέπη της παραλλαγής έχει ένα χαρτί υγείας. Ακριβώς όπως στο στρατόπεδο, ήξερες πως  όλοι κυκλοφορούν με το κωλόχαρτο στην τσέπη, σχεδόν μόνιμα. Τα κωλόχαρτα στο στρατό είναι γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πλακέ.
Αργότερα καταφτάνει μια γυναίκα, η οποία όπως συνηθίζεται θα τσακωθεί με σχεδόν όλους για τη σειρά. Είναι καπάτσα και το μάτι της παίζει. Θα θελήσει να περάσει τον γέρο της πρώτο, λόγω ηλικίας και «ανάγκης». Κάποιες φωνές, κάποια ντροπή, κάποιοι παρακολουθούν αμίλητοι. Η γυναίκα, γύρω στα πενήντα, ξανθιά, ψηλές μπότες, με κάτι σαν γούνα και διάφορα χρυσαφικά. Οι υπόλοιποι την μετράνε. Ήρθε απευθείας από κάποιο κωλόμπαρο που σύχναζε ο κωλόγερος ή πρόκειται για μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις που παλιά φύλαγε τον γέρο και τώρα, τώρα ποιος ξέρει τι ακριβώς; Τα βλέμματα φυσικά έχουν αποφασίσει, η ίδια έχει τσακωθεί και έχει τακτοποιήσει τον γέρο της. Περιμένουν τα αποτελέσματα μόνοι τους σε ένα διπλανό δωμάτιο που έχει ένα μηχάνημα για υπέρηχους. Ο γέρος κάθεται στην καρέκλα κι αυτή έχει μισοξαπλώσει στο κρεβάτι. Ο γέρος την κοιτάζει και δε μιλάει. Σχεδόν θαυμάζει το θέαμα. Αυτή απλά ψάχνει κάτι στο κινητό της.
IMG_1652
3.
Τη βλέπω στην Αιόλου, κοντά στην Αγία Ειρήνη. Φοράει στενό τζιν, απ’ αυτά τα κάπως μεγάλα ημιαθλητικά παπούτσια, σκούρο παλτό και σκούφο. Είναι τραγουδίστρια βορειοευρωπαϊκής ιντι φολκ μπάντας, Γαλλίδα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, underground ηθοποιός που η ομορφιά της την καταδικάζει να φωτογραφηθεί σύντομα γυμνή στη lifo. Ή είναι κάποια που δεν μπορεί να περιγραφεί ακριβώς γιατί υποψιάζεσαι ότι κάνει κάποιο αλλόκοτο επάγγελμα που δεν έχεις ξανακούσει ή γιατί είναι σχεδόν σίγουρο ότι κατάγεται από πέντε διαφορετικά μέρη τουλάχιστον. Φτιάχνω σενάρια στο μυαλό μου και καθώς περπατάει, τη βλέπω να σταματάει απότομα και να γυρνάει στα δεξιά της. Ο λαχειοπώλης της λέει πονηρά «Σκρατς;» κι αυτή απαντάει με το πλέον ελπιδοφόρο βλέμμα «εννοείται». Τους προσπερνάω βιαστικά και αναρωτιέμαι.Άραγε να κέρδισε; Και τι είναι το σκρατς; Και ποιος ψωνίζει από τον υπαίθριο λαχειοπώλη;
Και πως θα χωρέσει η ζωή στο σχήμα που έχουμε για να την περιγράψουμε; Τα ετοιματζίδικα πλαίσια πάει χάλασαν κι άντε να βρεις εσύ τρόπο να μιλήσεις τον καιρό χωρίς να αδικήσεις και να μικρύνεις τους ανθρώπους και τα πάθη τους.


πηγή: βυτιο

01 November 2014

έκλειψη ηλίου

Συγκρούονται βίαια οι κόσμοι. Καίγονται τα ανυπεράσπιστα. Τα μαθήματα σκληρά. Λίγο το φως στο σκοτάδι. Αρκετά φωτίζει, δεν αντέχω άλλο...

Κίνηση. Απότομη, φευγαλέα, άρυθμη. Κινήσεις αποφυγής. Βλέμμα μακριά, δεν το κρατάει κανείς...

Σταγόνα ζωής, χρώματα, αναπάντεχες αισθήσεις, ένα απαλό αεράκι αληθινής επιαφής, πόσο χαλαρώνεις...!!!

28 July 2014

Στρες Τεστ

Reblogged από kakoskeimena


Καρδιά από κόπωση

Καρδιά από κόπωση
Πολύ με εκνευρίζει όταν προσπαθώ να πληκτρολογήσω μερικές αράδες από φράσεις που πρέπει επειγόντως να διατυπωθούν, να αποθηκευτούν και να εκτυπωθούν εγκαίρως, αλλά τα δάκτυλά μου ιδρώνουν και γλιστράνε και πατάνε άλλα πλήκτρα από αυτά που θέλω να πατήσω. Ένα περίεργο πράγμα, είναι κάποιες τέτοιες στιγμές, που, όσες φορές κι αν σκουπίσω τον ιδρώτα από το δέρμα μου, αυτός δεν στεγνώνει με τίποτα, στέκω για ώρες έτσι, ολόκληρος, νωπός κι αλαφιασμένος. Αυτό βέβαια συνδυάζεται και με άλλα τέτοια αλλόκοτα συμπτώματα, όπως, ας πούμε, το ότι στα καλά καθούμενα νιώθω να με σφίγγουν οι κρόταφοί μου, είναι σαν κάποιος να στέκεται πίσω μου και ν’ ακουμπάει και τις δύο τις κάννες από όπλα ζεματιστά εκεί πέρα και τις στρίβει διαρκώς κι ολοένα και πιο μέσα και πάει να με πεθάνει. Μετά από λίγο, το σφίξιμο αυτό θα πάει παρακάτω και θα κάτσει στο λαιμό, αφαιρώντας κάθε ίχνος από το σάλιο μου, είναι λες και καταπίνω καρφιά που γδέρνουνε αργά κι επαναλαμβανόμενα τον οισοφάγο μου. Όσο η ώρα περνάει, όλα αυτά θα συνδυάζονται μεταξύ τους, με το χειρότερο να συμβαίνει μέσα στο στομάχι μου, που στριφογυρνάει και δένεται, λες κι είναι γόρδιος δεσμός, διπλώνεται κι αναδιπλώνεται, και δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζομαι και πέφτω στο πάτωμα και δένομαι σαν κόμπος κι εγώ. Τότε είναι που τίποτε δεν πάει κάτω. Ούτε νερό, ούτε φαγητό, ούτε όρεξη, ούτε ανάσα, ούτε τίποτα. Κι είναι κι αυτή η καρδιά μου, η τραυματισμένη, που με κουφαίνει και χτυπάει δυνατά, λες κι ετοιμάζεται να σπάσει. Όπως κι εγώ που κοντεύω να σπάσω το άτιμο το πληκτρολόγιο, γαμώ τα πλήκτρα του, γαμώ, τα νευρά μου εντελώς έχουνε σπάσει. Κι αγχώθηκα.
Τώρα που το καλοσκέφτομαι, είναι κάμποσα τα χρόνια που κουβαλάω όλες αυτές τις περίεργες ψυχοσωματικές αντιδράσεις, θα έλεγα τελικά ότι ελάχιστα είναι τα διαστήματα στη ζωή μου που να με θυμάμαι χωρίς αυτά τα περίεργα ιδρώματα και τα σφιξίματα, ίσως μόνο τότε που δεν ήμουν παρά παιδάκι μικρό, σχεδόν βρέφος, τότε δηλαδή που έτσι κι αλλιώς ελάχιστα θα μπορούσα να θυμάμαι. Αλλά ακόμα κι από τους γονείς μου είχα να ακούω ιστορίες ολόκληρες για το πόσο ταλαιπωρήθηκαν να με αποκτήσουν και ότι είχαν ένα μόνιμο άγχος γιατί ανησυχούσαν μήπως και μείνουν μόνοι, χωρίς να κάνουν παιδί, και τότε η ιατρική η επιστήμη δεν είχε προχωρήσει τόσο, όμως τα χρόνια προχωρούσαν γοργά κι η ανάγκη τους αυτή διογκώθηκε και συσσωρεύτηκε και στο τέλος όλα καλά, εντάξει, τα καταφέρανε, γεννήθηκα εγώ αλλά ήταν λες κι όλο αυτό το άγχος πήγε και σφηνώθηκε μέσα στην υπόστασή μου, με αποτέλεσμα να είμαι ένας άνθρωπος που ήρθε στη γη αγχωμένος σχεδόν εκ γενετής. Κι όσο μεγάλωνα, σαν δίδυμό μου αδερφάκι μεγάλωνε παρέα μ’ εμένα κι αυτή η περίεργη αρρώστια, όσο η καθημερινότητά μου άλλαζε πρόσωπα, έτσι κι αυτό μου το πρόβλημα μεταλλασσόταν, έπαιρνε μορφές νέες, απρόβλεπτες, όπως ένας ιός που εξελίσσεται διαρκώς κι αλλάζει θέση συνεχώς μέσα στα σωθικά σου και που ποτέ δεν σ’ αφήνει να βρεις τη γιατρειά και να ηρεμήσεις. Και η πιο παράδοξη από όλες τις ιδιότητες που έχει είναι ότι πάει κι εμφανίζεται ακόμα και όταν θεωρητικά θα έπρεπε να είσαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος, όχι, θα βρει τρόπο, δικαιολογία κι αφορμή και θα κολλήσει σαν βδέλλα επάνω σχεδόν σε όλες τις στιγμές σου και θα σου τις ρουφάει τόσο, που στο τέλος θα σε κάνει να αγχώνεσαι με τη χαρά σου.
Θυμάμαι τότε που έπρεπε να ξυπνήσω την επόμενη ημέρα και θα κάναμε για πρώτη φορά θρησκευτικά, καθώς κι άλλα μαθήματα νέα κι απαιτητικά, σχεδόν μάτι δεν έκλεισα, ήταν λες κι από την πολλή την ταραχή μου είδα μπροστά μου το Θεό, παρακαλώντας τον να κάνει ένα θαύμα, μήπως και διώξει μακριά μου το άγχος. Μετά πάλι, όταν πήγα στο Γυμνάσιο κι από εκεί στο Λύκειο, κάθε φορά αγχωνόμουν για το τί θα συναντούσα, έπρεπε να προσαρμοστώ, να ξεχάσω αυτά που ήξερα, να προσηλωθώ σε αυτά που από ’δω και πέρα έπρεπε να μάθω. Κι ύστερα, στις πανελλήνιες τις εξετάσεις αγχώθηκα να βγάλω γρήγορα τη διδακτέα ύλη για να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ και να συγκεντρωθώ πάνω από το γραπτό χωρίς άγχος αλλά εμένα τα χέρια μου τρέμανε κι ιδρώνανε από τότε, από τότε ήθελα να πάρω τη γόμα και να σβήσω με μιας το δεμένο μου στομάχι, έλα, πως πήγες, σε περιμένουμε έξω, όλα καλά, καλά δεν αισθάνομαι, νιώθω μια ζαλάδα, αναγούλα, εμετό, ευτυχώς που δεν το έπαθα αυτό όσο έγραφα, φαντάζεσαι να ξερνούσα πάνω στο γραπτό όλο μου το άγχος; Και όταν το άγχος για τα αποτελέσματα ήρθε και συνάντησε τη χαρά για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο, κατά έναν διαολεμένο πάλι τρόπο, εκεί που νόμιζα ότι πάει, αυτό το άγχος όλο κι όλο ήταν, ήρθε ακόμα χειρότερο από τα προηγούμενα τα χρόνια, ίσως γιατί πλέον ο πήχης είχε ανέβει ψηλότερα κι οι απαιτήσεις ήταν αυξημένες κι αγχωνόμουν πάλι σε κάθε εξεταστική, να τελειώσω, να πάρω το πτυχίο, εντάξει, μην αγχώνεσαι αλλά, που’ σαι, θα πρέπει να κάνεις και μεταπτυχιακό στην ώρα σου, για να μην έχεις άγχος στα λέω όλα αυτά, μπράβο, μπράβο, σιδεροκέφαλος, καλή σταδιοδρομία, υγεία, αυτό μετράει, και που ’σαι, να θυμάσαι, χωρίς άγχος.
Και τώρα δηλαδή τι θα κάνεις; Εντάξει με τη σχολή, εντάξει με τα πτυχία και τα διδακτορικά, με το στρατό και όλα τα άλλα τα αγχωτικά, με τη ζωή σου τι θα κάνεις ρε, γαμώ την επιστήμη μου μέσα; Ξεκίνα να βρεις μια δουλειά, χωρίς άγχος, όλα θα γίνουν, πρέπει να ζήσεις, δεν θα σε θρέφει η μάνα κι ο πατέρας σου για μια ζωή, να εξασκηθείς πάνω στο αντικείμενο των σπουδών σου, αυτό που τόσο ξεσκίστηκες κι αγχώθηκες να κατακτήσεις. Είναι τόσο εκνευριστικά γελοίο το συναίσθημα να κάνεις κάτι που στ’ αλήθεια αγαπάς αλλά από το πολύ άγχος σου για να το κάνεις όσο καλύτερα μπορείς τελικά να καταλήγεις να είσαι ένα επαγγελματικά επιτυχημένο ράκος. Ναι, να πατήσεις στα πόδια σου, κι ας τρέμουν που και που στα κρυφά, δεν πειράζει, όλοι τα έχουν περάσει αυτά, δεν είσαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος αγχωμένος στη γη, μάζεψε κανένα φράγκο να παντρευτείς, άσε στην άκρη όλα αυτά τα αγχωτικά πηδήματα, στα οποία αγχώνεσαι μόνο για να καυλώσεις το σύντροφό σου και που στο τέλος πηδάς την ψυχολογία σου και μόνο, τα χρόνια περνάνε, πότε θα κάνεις οικογένεια, δεν μπορούν τα παιδιά σου να έχουν σαράντα χρόνια άγχους διαφορά με εσένα, πρέπει να είστε σε αγχωτικά κοντινή ηλικία για να μπορείς να καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που τα αγχώνει. Ωραία, έχεις μια σχέση που τη λες σοβαρή, πρέπει να την επισημοποιήσεις, να βρεις εκκλησιά, κουμπάρο και παπά, να πάτε να διαλέξετε μέσα από δυο χιλιάδες παραμυθένια νυφικά, να ζήσετε, μέχρι γεράματα βαθιά, να σας ενώνουν άγχη κοινά, να κάνετε και κάποια αγορά, ένα σπίτι γεμάτο άγχη και χαρά, μη φοβάσαι, κάποια τράπεζα θα βρεθεί να σας δανείσει λιγάκι ευτυχία αγχωμένη. Έλα σε μας. Με το χαμηλότερο επιτόκιο άγχους τής αγοράς.
Και είναι και το άλλο. Το χειρότερο άγχος από τα άγχη όλα. Το αν θα μπορέσεις να ανταποκριθείς στα άγχη αυτά και όσο γίνεται με το λιγότερο δυνατό άγχος. Κι αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι δεν θα σου συμβεί κάποιο πρόωρο κακό, κάποια ανύποπτη στιγμή, γι’ αυτό προσπαθείς όλη σου τη ζωή, χωρίς άγχος, να βάζεις κάποια λεφτά στην άκρη για την ώρα εκείνη που ίσως χρειαστεί να κάνεις θεραπείες εξειδικευμένες για να αντιμετωπίσεις την ασθένεια εκείνη που θα σιγοτρώει τη ζωή σου και που πιθανότατα θα οφείλεται στο πολύ το άγχος που είχες στη ζωή σου όλη. Και δεν θα πρέπει να ξεχάσεις μέσα σε όλα αυτά να αποκαταστήσεις τα παιδιά, ειδικά τώρα που έχουν όλα τους αγαθά δανεικά, προχτές άκουσα στις ειδήσεις κάτι που με άγχωσε πολύ, ότι οι τράπεζες θα πάρουν τα σπίτια όλων όσων αγχώθηκαν παραπάνω από όσο έλεγε η δανειακή τους σύμβαση και δεν κατάφεραν να πληρώσουν τις δόσεις και ότι δεν πρόκειται να συνεχιστεί αυτή η αγχωτική κατάσταση, με τα κόκκινα δάνεια και τους χλωμούς ανθρώπους, ότι οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών έχουν πολύ μεγάλο άγχος γιατί όλες τους πρόκειται να περάσουν από εξαιρετικά απαιτητικές δοκιμασίες, τα λεγόμενα «στρες τεστ», γι’ αυτό θα επιβάλλουν νέα, αγχολυτικά μέτρα, θα προσπαθήσουν δηλαδή να δουν πόσο αντέχει ο κάθε αγχωμένος δανειολήπτης κι αναλόγως θα του παίρνουν πίσω όλα αυτά τα δανεικά άγχη για να τελειώνουν μια και καλή με την αγχωμένη τη ζωή του. Κι αγχώθηκα. Γι’ αυτό έκατσα κι εγώ σήμερα, να πληκτρολογήσω ετούτη τη διαθήκη. Φοβάμαι ότι άκρη δεν θα βγαίνει έτσι αγχωτικά που τα έγραψα όλα. Ότι κι ύστερα από αυτόν τον επερχόμενο, τον τόσο αγχωτικό θάνατό μου, θα εξακολουθώ ν’ αναρωτιέμαι αν, ύστερα από τόσα άγχη, τελικά έζησα.
Ή αν αγχώθηκα να ζήσω.

14 July 2014

ΟΙ ΑΠΛΕΣ ΧΑΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ








ΟΙ ΑΠΛΕΣ ΧΑΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Βλογημένος ὁ ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ, τώρα τὸ καλοκαίρι, νὰ ξεμακρύνει γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῆς πολιτείας. Ἂν τοῦ ἀρέσει ἡ θάλασσα, ἂς πάει σὲ κανένα νησί, ποὺ δὲν εἶναι ἀκόμα χαλασμένοι οἱ νησιῶτες, ἢ σὲ κανένα ψαραδοχώρι. Νὰ μὴν κουβαλήσει ὅμως μαζί του τὴν πολιτεία, ὅπως κάνουνε πολλοί, ποὺ ἀπὸ τὴ μιὰ θέλουνε νὰ ἀφήσουνε τὴν ταραχὴ πίσω τους, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη κουβαλᾶνε μαζί τους ὅλα τὰ περίπλοκα καὶ κουραστικὰ καθέκαστα τῆς πολιτείας. Πάρε μαζί σου ὅσο λιγώτερα πράγματα μπορεῖς. Γιατί, τὸ πιὸ μεγάλο κέρδος ποὺ θά ῾χεις πηγαίνοντας σ᾿ ἕνα τέτοιο μέρος, θά ῾ναι ἡ φχαρίστηση ποὺ νιώθει ὁ ἄνθρωπος σὰν τοῦ λείψουνε πολλὰ πράγματα, ποὺ τὰ ἔχει στὴν πολιτεία τόσο εὔκολα, καὶ ποὺ ἐκεῖ πέρα θὰ τοῦ φαίνεται σὰν κάποια μεγάλη ἀπόλαυση καὶ χαρὰ τὸ πιὸ παραμικρὸ πρᾶγμα. Δυστυχισμένοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν τοὺς λείπει τίποτα, καὶ δὲν ἔχουνε τὴν ἐλπίδα νὰ λαχταρήσουνε κάποιο πρᾶγμα, εἴτε φαγητὸ εἶναι, εἴτε ξεκούρασμα, εἴτε ὁμιλία, εἴτε ζεστασιά, εἴτε δροσιά. Καὶ καλότυχοι ἀληθινὰ ὅσοι δὲν τὰ ἔχουνε ὅλα εὔκολα, καὶ γιὰ τοῦτο γίνουνται γιὰ δαύτους ὁλοένα νέα καὶ δροσερὰ ὅλα τὰ πράγματα
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895 - 13 ΙΟΥΛΙΟΥ 1965)
ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ





το μενού: ρύζι με λαχανικά, μελιτζανοσαλάτα με ταχίνι, γλυκό από μπανάνα/σταφίδα/τριμμένο μπισκότο




Συνταγή για το γλυκό: τσιγαρίζουμε ροδέλες μπανάνας σε λίγο λάδι, προσθέτουμε ζάχαρη και συνεχίζουμε μέχρι να λιώσεο. Προσθέτουμε σταφίδες και τρίβουμε μπισκότα από πάνω μέχρι να πιούν το ζουμί. Ανακατεύουμε σε σιγανή φωτιά μέχρι να δέσει το γλυκό. 








feel free to share with you friends