Showing posts with label economy. Show all posts
Showing posts with label economy. Show all posts

13 November 2016

I Don't Want You


18 April 2016

Κυριακάτικη βόλτα


StreetArt η Site specific η πάμε μια βόλτα να βλέπουμε θαύματα και να παίξουν μαζί μας...πες το όπως θέλεις και ονόμασε το παλιομοδίτικα, μεταμοντέρνα η ποιητικά. Σημασία έχει να βγεις σε μια Κυριακάτικη βόλτα και θα τους συναντήσεις.

Καλλιτέχνες και παιδιά παίζουν στο δρόμο, πειράζουν ο ένας τον άλλον, εκφράζουν με κίνηση αυτά που θέλουν να πουν. Ναι, σήμερα θα ασχοληθώ με την κίνηση, και να συνοδεύονται όλα αυτά από ήχους: Ήχους πουλιών και αυτοκινήτων, ομιλίες, τραγούδι, κρουστά από μακριά, κιθάρες ακούγονται από πιο κοντά. Μια χορωδία τραγουδάει "μια πόλη μαγική".

Αν κινηθείς, μπορείς να τους βρεις. Αν είσαι παιδί (μέσα σου) μπορείς να παίξεις μαζί τους, να κοντοσταθείς, να χαζεύεις, να φλερτάρεις μαζί τους. Να εντυπωσιαστείς και να κουνηθείς.

Αν είσαι μεγάλος να είσαι εύγνωμον που σου'φεραν ένα χαμόγελο και ενθαρρυντικός να συνεχίσουν την προσπάθειά τους

...και αν σου άρεσε δώσε πίσω την ενέργεια - με ένα χειροκρότημα, με ένα χαμόγελο η ένα τάλαρο

.....

Διονυσίου Αρεοπαγίτου Ι



Οι πιο έντεχνες σαπουνόφουσκες που έχω δεί, φτιαγμένες από  ένα κουβά σαπουνάδα με μια διχάλα με κορδόνι. Και κίνηση, μαεστρία, βουβή, τροφοδοτούμενη από την χαρά των παιδιών και το βλέμμα των περαστικών.


.....

Διονυσίου Αρεοπαγίτου ΙΙ 



Breakdance

(χωρίς brandname/επιχωρηγήσεις)
Εξαιρετικοί χορευτές, εξαιρετικοί συνεργασία μεταξύ τους, παιχνιδιάρικη "δραματουργία", κεφάτη επικοινωνία με το κοινό τους - απόλαυση
(Δώστε και κάνα φράγκο, νηστικό αρκούδι δεν χωρεύει, φωνάζει ένας παππούς!!)
Τα παιδιά με έμφυτη ευγένεια και έχοντας δώσει ένα καλά δουλεμένο πρόγραμμα ρώτησαν το κοινό αν τους άρεσε αυτό που βλέπουν! Και ζήτησαν "ενέργεια" να συνεχίσουν...!!!Δώστε   τους!!!




.....


Πάρκο Ελευθερίας



Inner move project

Σε ωραίο περιβάλλον, μες' το πράσινο, νέοι χορευτές σε sitespecific παράσταση. Όμορφο και γύρο-γύρο στους λόφους χαλαρή ατμόσφαιρα. Νεολαία με όνειρα, μεσήλικες με υποχρεώσεις και γιαγιάδες να καμαρώνουν τα εγγόνια τους. Όταν φεύγουν, χαζεύω τους περαστικούς. Πάλι βιαστικοί...






19 November 2015

Νοέμβρης, ξανά


Εν το μεταξύ μπήκε ο Νοέμβρης για τα καλά, και ας μην άφηνε ο καιρός να το βλέπουμε με την πρώτη ματιά. Την επιφανειακή, την ματιά του φαίνεσθαι, την εφήμερη, ψυχωτική. Σήμερα είμαι καλά, λέει. Άθικτη, ξεκομμένη, ατσαλάκωτη, γυαλισμένη από τους συμβούλους life-style.

Και όμως μπήκε βαθιά ο Νοέμβρης, και από το χώμα βγαίνει η φωνή του τόπου, όλες οι φωνές των γενιών που το πάτησαν και το μύριζαν, το καλλιέργησαν, το ύμνησαν και το πρόδωσαν.






Πήγα να μαζέψω τις ελάχιστες ελιές, για να'χουμε το "δικό μας" λάδι. Και μες την καρδιά μου ακόμα ματώνουν οι τρύπες που άφησαν οι ρίζες των ελαιόδεντρων που είχε φυτέψει ο παππούς μου για την γιαγιά μου.
Θύμα χρηματιστηριακών σκέψεων και ανεβοκατεβασμάτων οικοπεδικών αξιών.
















Η δουλειά μου πλέον δεν έχει σπίτι,
τραγουδάει ύμνους σε κωφούς,
τους μαθαίνω να ακούνε
όπως μιλάω - με εικόνες.
Αέναος ταξιδιώτης και
συλλέκτης ιστοριών,
που συνθέτουν το παζλ της ζωής.



Πολύ με εκφράζει το κείμενο του Γιώργου Τυρίκου-Εργά, όπως το 
δημοσίευσε στην σελίδα του στο facebook.


Όσο σκέφτομαι την τοποθεσία. Λέω το όνομά της, το λέω για να το ακούσω. Συκαμιά. Προσπαθω να εννοήσω τα μεγέθη. Τον Μυριβήλη τι έγραφε πριν ενενήντα τόσα χρόνια...Όσο βλέπω τη Παναγιά Γοργόνα και στα πόδια της, λέμβους προσφύγων ξανά, ξανά το έτος δυο χιλιάδες δεκαπέντε. Τι παιχνίδια είναι αυτά; Αν είχαν στόμα οι πέτρες οι πικρές, αν είχε στόμα αυτή η γη...Μόνο εμείς έχουμε στόμα όμως.
 Οι άνθρωποι στη Λέσβο μαζεύουν αυτές τις μέρες τον ευλογημένο καρπό της ελιάς. Στα χωράφια προσκυνούν τη γη, άλλοι γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς κι ας μη βγαίνει ολόκληρο το μεροκάματο, άλλοι γιατί απλά θέλουν να έχουν το δικό τους λάδι κρυμμένο σαν θησαυρό από τη γη των παππούδων και των γιαγιάδων τους, μια μυσταγωγία. 




Κι όμως τα περισσότερα λιόδεντρα θα παραμείνουν αμάζευτα. Αυτός ο τόπος συνεχίζει τους κύκλους του και στην πραγματικότητα το μόνο που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να συνταιριάσουμε αυτούς τους κύκλους με την πορεία του δικού μας σώματος. Με αυτά που πραγματικά έχουμε ανάγκη, να ξέρουμε και να έχουμε, τα ελάχιστα. Έχουν σοφία αυτές οι πέτρες, αυτό το χώμα, αυτή η θάλασσα και μπορεί να μην έχουν στόμα, έχουν όμως μνήμη, σημάδια, ξεχωρίζουν συνέχεια το ουσιώδες από το άχρηστο. Η Παναγιά είναι γοργόνα, εδώ πνίγηκε η προσφυγοπούλα από τη Μικρά Ασία, εδώ πνίγεται ακόμα στο πρόσωπο της γυναίκας από τη Συρία. 




Εδώ φυτεύτηκε η μουριά και η ελιά από τους κυνηγημένους, αυτούς που δεν τους ήθελαν στον οικισμό και τους έδιωξαν να μένουν κοντά στη θάλασσα, στο μάτι του καιρού, εδώ υπάρχουν ακόμα τα δέντρα, χαρακωμένα με ημερομηνίες, αμάζευτα, πλούτος για όλους. Εδώ η θάλασσα, εδώ η γη, εδώ οι άνθρωποι, ξανά.
Όσο κοιτάς τριγύρω τόσο σίγουρος είσαι : αυτός ο τόπος έχει να δώσει για όλους. Είναι τόσο πλούσιο το νησί της Λέσβου, είναι τόσος πλούσιος όλος ο πλανήτης να μην λείψει ποτέ κάτι σε κανέναν. Σε κάθε εποχή να είναι εδώ οι λύσεις και σε κάθε εποχή να μην υπάρχει κανένα έλεος για τον πιο αδύναμο...

Γιώργος Τυρίκος-Εργάς





01 September 2015

κρινάκια, το λευκό και το μπλε

καλοκαιρινό Ι: κρινάκια, το λευκό και το μπλε


Reblogged από "Το Βυτίο"
[Ως συνήθως, χύμα σημειώσεις, αυτή τη φορά όχι σε τετράδιο, αλλά στο κινητό.]
Ξεκινήσαμε με το ερώτημα αν υπάρχει ακόμη καλοκαίρι.
Η δραματική επικαιρότητα, η σκληρή στάση δηλαδή του ελληνικού κράτους και της Ε.Ε. απέναντι στους πρόσφυγες, ακόμη και για τους πιο τυφλούς ή αδιάφορους έδειξε ότι αυτό που ζούμε φυσικά και δεν είναι τα ίχνη μιας κάποιας «ανθρωπιστικής κρίσης», όπως ίσως θέλουν να πιστεύουμε όσοι νομίζουν ότι το πρόβλημα έπεσε απ’ τον ουρανό και «τι να κάνουμε, έχουμε τα δικά μας προβλήματα». Το Πεδίον του Άρεως ήταν αποκαλυπτικό και κατά τη γνώμη μου ο καθένας μπορούσε να βγάλει άπειρα πολιτικά και προσωπικά συμπεράσματα από την πρώτη κιόλας επίσκεψη. Δεν είναι της παρούσης να σκεφτείς ότι μετά από το Πεδίο του Άρεως ό,τι και να πεις για  αυτό το πράγμα που αυτοαποκαλείται «αριστερή κυβέρνηση» θα είναι λίγο. Αυτό το ποστ είναι καλοκαιρινό, μακριά από μας η πολιτική.
Ακόμη υπήρχε όλο το καλοκαίρι η ιδέα ότι αυτό που ακολουθεί μετά από τις όποιες διακοπές θα είναι απείρως χειρότερο απ’ ό,τι έχουμε φανταστεί. Η ιδιαιτερότητα του να ζεις χρεωμένος, εσύ κ οι φίλοι σου για καιρό, είναι ότι το χρέος αυτό διαρκώς μεγαλώνει, ρουφώντας όχι μόνο την όποια οικονομική δυνατότητα για κάτι άλλο, αλλά κυρίως την ψυχική δύναμη να αντιμετωπίσεις τον κόσμο στο σύνολό του. Η κατάργηση του μέλλοντος, η κατάργηση του οποιουδήποτε επιθυμητού ενδεχόμενου στην πραγματικότητά σου, συνιστά ένα χτύπημα πολύ βαρύ, αφού τελικά δεν μπορείς να ζήσεις πουθενά. Το τώρα είναι μια διαρκής αγωνία, το χθες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να προσφέρει πολλά περισσότερα από λίγη νοσταλγία (που δεν είναι και πάντα ακριβώς βοηθητική) και το αύριο, όπως ξαναείπα, είναι ανύπαρκτο. Συνεπώς είσαι καταδικασμένος στη διαρκή υστερία του παρόντος.
Υπάρχει το άδραξε τη μέρα, υπάρχει και το αν βγάλεις κι αυτή τη μέρα, πάλι καλά να λες.
***
Έχοντας στο νου και τα παραπάνω, κάποιες στιγμές μάλλον έχασα τα λογικά μου, μ’ έπιασε κάτι και σκεφτόμουν σενάρια επιστημονικής φαντασίας.
Ήμουν στη θάλασσα και κοιτούσα το σωρό τα μαγαζιά που συνωστίζονταν πάνω στην παραλία. Καφετέριες – εστιατόρια – μίνι μάρκετ – μπιτς μπαρ – σκέτα μπαρ – ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όλα αυτά τα λευκά σπιτάκια, κτιριάκια, μαγαζάκια κολλητά στο μπλε της θάλασσας. Το λευκό και το μπλε. Το λευκό και το μπλε. Και οι κολυμβητές. Και ο ήλιος πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Και ο απόηχος μιας μουσικής από ένα από τα λευκά σπιτάκια. Και οι τεντώστρες με τις ομπρέλες πάνω στο κύμα. Και ο φρέντο εσπρέσο 3,50 ευρώ σε πλαστικό.
Το λευκό και το μπλε.
Ποτέ ξανά δεν φαντάστηκα με τόση λεπτομέρεια ένα drone, μια ρουκέτα, μία έκρηξη, ένα μπαμ, μια καταστροφή, έναν μαύρο καπνό, το τέλος του λευκού και του μπλε.
Δεν υπάρχει ομορφιά που να έμεινε ανέγγιχτη από τη λαχτάρα αυτού του άπληστου και παμφάγου τρόπου ζωής. Το λευκό και το μπλε, αυτό το λευκό και αυτό το μπλε, είναι μόνο οφθαλμαπάτη, άλλοθι, ντροπή. Αλλά ο ποιητής συνεχίζει να μιλάει για το λευκό και το μπλε, σα να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι άνθρωποι των λευκών σπιτιών που συνωστίζονται πάνω στην ακτή, οι ίδιοι ακριβώς που το μπλε μας είναι γεμάτο πτώματα.
Με τι καρδιά και τι βλέμμα βλέπουμε την ομορφιά; Κι είναι αυτή πια κάτι αόριστο, ασαφές, αιώνιο, πέρα απ’ τα ανθρώπινα;
***
DSC_0033
μπορεί κάποιος να μας πάρει και μας αφήσει σ’ αυτή την πλατεία. υπόσχομαι ότι θα πάψω να γκρινιάζω. (προσωρινά)
Είμαι υπερβολικός το ξέρω. Υπάρχει ακόμη κρυμμένο μπλε και λευκό, αθώο του αίματος. Και ο κυνηγημένος του χειμώνα χρειάζεται και αξίζει ένα διάλειμμα ομορφιάς. (Για να μπορεί μετά με άνεση να διαιωνίσει την ασχήμια, αλλά κι αυτό είναι ένα άλλο θέμα).
Επιστροφή καλύτερα στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας.
Είμαι σε παραλία της Μεσσηνίας, με φοβερά νερά και φοβερή άμμο και η παραλία έχει καταληφθεί κατά το ήμισυ από το συνολάκι ξαπλώστρα/ ομπρέλα/ σκαμποτράπεζο για φρέντο και κατά το υπόλοιπο ήμισυ από μόνιμες κατασκευές (τις τέντες κήπων που πουλάει το πράκτικερ) που έχουν τοποθετήσει οι ντόπιοι, δένοντας και με αλυσίδες στα στηρίγματα της τέντας, καρέκλες, παιχνίδια, σακούλες τζάμπο.
Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια την ομάδα των μαυροφορεμένων κουκουλοφόρων που κατεβαίνουν νύχτα στην παραλία με ένα τεράστιο φορτηγό. Με πριόνια και εργαλεία όλων των ειδών, κόβουν τις μόνιμες κατασκευές και διαλύουν τις προσωρινές. Τα απομεινάρια τοποθετούνται όλα στο φορτηγό και απομακρύνονται πριν ξημερώσει. Το πρωί, ντόπιοι και τουρίστες, καταστηματάρχες, αποικιοκράτες και αποικιοκρατούμενοι, σοκάρονται μπροστά στη θέα της άδειας παραλίας. Βουβαμάρα, άμμος και ελαφρύ κυματάκι.
Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια μια απόφαση που λέει ότι ο τουρισμός, εξωτερικός και εσωτερικός, σταματάει για δύο χρόνια. Δε με συμφέρει είμαι αθηνέζος*, αλλά δεν πειράζει. Για δύο χρόνια τίποτα, μέχρι το τοπίο και οι άνθρωποι να ‘ρθουν λίγο στα συγκαλά τους.
Αλλά αυτά είναι αυτά που είναι, δηλαδή φαντασίες και μάλιστα όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες. Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι ακριβώς συνέβη αυτό το καλοκαίρι; Ή μάλλον, μπορέσαμε να δούμε καθόλου ομορφιά ή η πραγματικότητα το έκανε αδύνατο;
***
Κι είδαμε και τον κρίνο της θάλασσας. Την ακτή να αδειάζει αργά το απόγευμα, το αεράκι να μας ξαναγεννάει, το νερό να μας καταπίνει συμπονετικά. Το είδαμε το κρινάκι. Και μας είδε κι αυτό.
Ποιος ξέρει αν θα το ξαναδούμε ή αν η βαριά βιομηχανία της χώρας θα τα σαρώσει όλα τυφλωμένη από το κοινό όραμα δεξιών και αριστερών. Ανάπτυξη μέχρι τέλους, αυτός είναι ο φάρος που φέγγει μέχρι τα πέρατα του μπλε και του λευκού.
***
DSC_0111-001
«Συνεχίζουμε να πίνουμε, τίμιες μερίδες, μπουκάλια γενναιόδωρα, λογαριασμός σε δυσθεώρητα ύψη αλλά όλα εδώ πληρώνονται, τι ωραία που γυαλίζουν τα γόνατά σας στο σκοτάδι κορίτσια», έγραψε κάποια στιγμή ο ΚΚΜ. Στο σκοτάδι ναι, αλλά και στο φως.
***
Το καλοκαίρι κάτι γενέθλια, αλλά κυρίως κάτι θάνατοι όχι πολύ κοντινοί αλλά όχι και τόσο μακρινοί, επαναφέρουν το ζήτημα ότι το πικ (ας το πούμε) της ζωής ήταν, είναι αλλά δε θα ‘ναι για πολύ ακόμη στο εδώ και τώρα. Οι συζητήσεις για την ηλικία συνήθως δεν έχουν πολύ νόημα, παρά χρησιμεύουν για αυτομαστίγωση και επί τούτου μελαγχολία, αλλά και πάλι σκεφτόμουν όχι τόσο αν είμαι πια μεγάλος, μικρός ή κάτι το ενδιάμεσο, αλλά μάλλον σε τι συνίσταται αυτό το πικ του βίου, το οποίο ας πούμε ότι διανύουμε. Τι κάνει κανείς στο πικ; Δουλεύει περισσότερο από ποτέ; Βγάζει περισσότερα λεφτά από ποτέ; Δημιουργεί περισσότερο από ποτέ; Κάνει περισσότερες τρελές από ποτέ; Στρώνει το μέλλον; Βουτάει στις καταχρήσεις; Γίνεται άσωτος υιός ή προσεχτικός σχεδιαστής; Χαλαρώνει τώρα που μπορεί ή φορτσάρει σε όλα; Φεύγει για διακοπές τρώγοντας τα τελευταία δανεικά κι αγύριστα ή εργάζεται πυρετωδώς κυνηγώντας την προκοπή;
***
Δεν μπορώ να δώσω καμία απάντηση φυσικά. Σκέφτομαι μόνο ότι τώρα στο πικ, μπορώ να κάθομαι στην αυλή του χωριού ακίνητος για δέκα μέρες, μόνο με τα βιβλίο μου και καφέ. Ή ακόμη περισσότερο μπορώ να πηγαίνω στο καφενείο στο χωριό Πιτσινιάνικα στα Κύθηρα και να πίνω τη μία μπύρα πίσω απ’ την άλλη αλλά όχι με την αγωνιώδη ταχύτητα του αθηναίου, παρά με την βραδύτητα του ανθρώπου που βουλιάζει στο τοπίο και στις γουλιές.
Και τότε το ερώτημα θα επανέρχεται αλλιώς. Γιατί δε μένουμε ήδη στα Κύθηρα; Γιατί δε βιαζόμαστε περισσότερο να μείνουμε εδώ; Και η απάντηση δεν είναι τόσο πρακτική (τι δουλειά να κανείς), όσο θα πίστευε κανείς. Η απάντηση είναι κάπως πλαγίως πολιτική, αφού κι εκεί, στο ύστατο καταφύγιο, η επέλαση δεν σταματάει, δεν ανακόπτει τον καλπασμό της, δεν διστάζει να προαναγγείλει τον ερχομό της με σημαίες και με ταμπούρλα και με πινακίδες που γράφουν πάνω ΕΣΠΑ.
***
(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας
(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας
Ίσως ποτέ να μην το πίστεψα, γιατί δε με συνέφερε, αλλά η ομορφιά, αυτή η ομορφιά, πάει αγκαζέ με μια επιθυμία ελευθερίας. Κι όπως κάθε επιθυμία ελευθερίας, δεν μπορεί να αγοραστεί, να μπει σε πακέτο προσφοράς, να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, να διαφημιστεί ως διάλειμμα από την κανονικότητα.
Το επίδικο είναι μια άλλη κανονικότητα. Με κρινάκια, ξανθές τρίχες, χαμηλούς ρυθμούς και χωρίς πτώματα.
***
Πιστεύω ότι το επόμενο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι το ζήτημα του χώρου. Δεν πρόκειται να μείνει εκατοστό αναξιοποίητο. Όπως εννοούν εκείνοι την αξιοποίηση. Δεν πρόκειται να μείνει χιλιοστό, τοπίου ή ανθρώπου, ελεύθερο. Ήδη, όπως ακούσαμε από διπλανή παρέα σε παραλία, τα καγιέν συνωστίζονταν στην άκρη ενός ημιάγνωστου χωριού, έξω από ένα καφενείο, χωρίς ταμπέλα ή τιμοκατάλογο. Θα πρέπει να δούμε το ζήτημα του χώρου με άλλη ματιά.
*δέχομαι τον θεσ/νικιώτικο όρο αφού οι βόρειοι φίλοι μου έχουν πάντα ένα τρόπο να μιλάνε, που με κάνει ζηλεύω τα ιδιώματα, τις λέξεις, τις παροιμίες. Κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω, νομίζω ότι η γλώσσα η ίδια έχει χιούμορ, φοράει κορδελάκια και καμιά φορά χορεύει από μόνη της.

05 March 2015

Βλέμμα



Η διάθεση της ημέρας...

Με αφορμή το μερικό άνοιγμα του στρατοπέδου της αμυγδαλέζας,
Mε αφορμή την έκδοση του βιβλίου "Ο τελευταίος του Καϊσλιγκεν" με τις αναμνήσεις του Μ. Σαμπατακάκη  ο οποίος υπήρξε αιχμάλωτος του Μπλόκου Δουργουτίου,
Με αφορμή τους δεκάδες φίλους που έφυγαν μετανάστες σε άλλες χώρες,
Με αφορμή το ερώτημα πως να εκφράζεσαι: σε μια - οποιαδήποτε- γλώσσα (και του σώματος, και της εικόνας, και της μουσικής, της ποίησης...)

...θυμήθηκα μια εικόνα, Αθήνα, χειμώνας 2014



Είσαι μετανάστης, είσαι πρόσφυγας, είσαι κρατούμενος, είσαι στο δρόμο...

Είμαι μπροστά η πίσω από τα συρματοπλέγματα?
Είμαι το βλέμμα της γάτας η βλέπω την γάτα?
Αλλάζει το βλέμμα της γάτας πίσω από συρματοπλέγματα?
Αλλάζει ο τρόπος πως βλέπεις τον κόσμο?
Αλλάζει η άνοιξη???


07 February 2015

downtown

 Για λίγο να μην σκέφτομαι τίποτα. Μόνο να υπάρχω, ανάμεσα από τοίχους, μάζι με τους ανθρώπους. Απλώς να υπάρχω. Με τα γέρικα σκυλιά, με τα παιδιά που σκούζουν από ενθουσιασμό, με τους εργάτες που κουβαλάνε, με τις μοναχικές γυναίκες, με τους έφηβους που γυρεύουν τα πάντα. Τα πάντα.

 Εκεί που συγκρούονται, που ξεφεύγουν, που παλεύουν με την μοίρα που τους επιβλήθηκε. Εκεί που την αποδέχονται.

  
Εδώ που βγαίνει μια φωνή, από αγανάκτηση, που βγαίνει ένας βρόγχος, ένας στοιχος, ξεφεύγει, παίρνει αέρα, ανασαίνει


Εδώ που γεννιέται η ποίηση, ο ρυθμός, το Beatbox, η μουσική και ονειρεύεται, βγαίνει προς τα έξω και ποδοπατιέται

Προσθήκη λεζάντας




12 June 2013

Κάτι άλλαξε οριστικά

Όταν κάψανε την Δυτική Πελοπόννησο και ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει τόσο που ο ήλιος φαινόταν κατακόκκινος και η στάχτη που έβρεχε στην Σπάρτη, απ'όπου πέρναγα εκείνη την ημέρα με το μηχανάκι μου, μύριζε ήδη ανθρώπινο κρέας, εκείνες τις μέρες έννιωθα ότι κάτι αλλάζει οριστικά. Πέρα από την ανθρώπινη συγκίνηση, την θλίψη, την αλληλεγγύη με τους πληγέντες, την ανάλυση των γεγονότων, τα όποια λάθη που είχαν γίνει. Είχα μια αίσθηση ότι ποτέ δεν θα υπάρξει αρκετό πράσινο να ξαναφυτρώσει, ποτέ δεν θα υπάρξουν αρκετοί μαστόροι να επισκευάσουν τις ζημειές, ποτέ ο πνευματικός και αληθινός έρας που αναπνέουμε δεν θα είναι πιά ίδιος.
.
Όταν κάψανε την Πάρνηθα, κάψανε το σπίτι μου. Το δάσος όπου ο παππούς μου πήγε την γιαγιά μου "βόλτα στην εξοχή", το βουνό στο οποίο έμαθα να οδηγάω εντούρο-μηχανάκι, όπου γνώριζα ανθρώπους που το ήξεραν καλύτερα και από την τσέπη τους και με την σειρά τους μου την έδειξαν και μένα, το βουνό το οποίο έβλεπα μέχρι πριν λίγα χρόνια από το παράθυρο της κουζίνας μου το πρωϊ (μέχρι που έχτισαν πολυκατοικίες στην θέση των τελευταίων εναπομείναντων μονοκατοικιών), ένα από τα βουνά τα οποία ήταν υπέυθυνα από αρχαιοτάτων χρόνων για το "καλό κλίμα της Αττικής".  
.
  
Όταν έκλεισαν την Ολυμπιακή, έκλεισαν μια εταιρία "σήμα κατατεθέν" για την Ελλάδα.
Ήταν συνδεδεμένη με μεγάλα ονόματα και μεγάλα όνειρα.Τίποτα δεν εξυγειάνθηκε, πουθενά δεν επιδιορθώσαμε τα λάθη του παρελθόντος, ούτε τα αγαπήσαμε, πουθενά δεν είδα ανάπτυξη με βάση τις ρίζες μας, τις εμπειρίες και την ιστορία.

Ότι μου άφησε ο παππούς μου, είναι οι ιστορίες που άκουγα. Δεν υπάρχουν τα σπίτια, οι χόροι, οι εταιρίες, να τις παραλάβουμε και να τις δουλεύουμε καλύτερα, πιό σύγχρονα, με νέες ιδέες.
.
 
Πώς να φτιάχνεις μια καλύτερη, σύγχρονη τηλεόραη, αν δεν έχεις καν τηλεόραση? Που θα παίξουμε τα ντοκιμαντέρ, τι θα κάνουμε τα αρχεία της ΕΡΤ, υλικούς φορείς ενός μεγάλου μέρους του πολιτισμού και της μνήμης μας?
Των απλών αναμνήσεων μιας ζωής με την παρέα μας, τους ανθρώπους που ήταν δίπλα μας και είναι, στο ίδιο τραπέζι, στο ίδιο μονοπάτι, που σου'διναν ένα ποτήρι νερό και τους έδινες ένα χαμόγελο μετά από μια μέρα δουλειάς.
.
  
Με συγκίνησε η εικόνα χιλιάδων που ήρθαν για συμπαράσταση στην ΕΡΤ. Κουβεντιάζαμε με την παρέα μου, συναδέλφους, φίλους, γνωστους. Προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει. Αυτό που με τρόμαζε δεν ήταν ο αριθμός των δυόμιση χιλιάδων ανέργων. Αυτό που δεν χόραγε στο μυαλό μου ήταν η εικόνα που δεν είδα, κάποιων τεχνικών με ειδικές γνώσεις, περιφρουρισμένων από δυνάμεις ΜΑΤ, με την υπογραφή μιας υπουργικής απόφασης, ύπο την εντολή ξένων επιτηρητών, να ανεβαίνουν στον Υμηττό και να κατεβάζουν τον διακόπτη της δημόσιας τηλεόρασης. Black out.

13 July 2012

Στην άκρη του κόσμου - Πέραμα


Ατενίζοντας τους κόπους μιας ζωής...



Με αφορμή τις πρόβες της ομάδας Πείρα(γ)μα για την παράσταση "Πλούτος" του Αριστοφάνη στο Πέραμα Αττικής περπάτησα αυτήν την γειτονιά "στην άκρη του κόσμου". Κυριολεκτικά σε μια από της άκρες της Αττικής, εφόσον από δώ φεύγει κανείς μόνο με καράβι για την Σαλαμίνα η επιστρέφει πίσω στην Αθήνα. Και πάνω από το λιμάνι, σε θέση ρομαντική, απ' την οποία βλέπεις από τα ποιό ωραία ηλιοβασιλέμματα, βρίσκεται και το Δημοτικό θέατρο "Μίκης Θεοδωράκης". Το οποίο ξέρουν σε όλες τις γειτωνιές, το θέατρο είναι μέρος της ζωής των ανθρώπων, η οποία λόγο της ανεργείας που φτάνει το 95% έχει γίνει πολύ δύσκολη. Ασχολούνται οι κάτοικοι με τις κότες και τους περιστερώνες, τα πρόβατα και κάθε είδους παραδωσιακές τεχνικές 'οπως το να φτιάχνουν καρέκλες. Πίνουν το απογευματινό τους καφέ στην αυλή με θέα την πηγή της ζωής τους, τα λιμάνια και ναυπηγεία...αν δεν τους εμποδίσει μια πολυκατοικία αμέτρητων ορόφων κα ι του στερεί τον ορίζοντα...


 

 

feel free to share with you friends