19 November 2015

Νοέμβρης, ξανά


Εν το μεταξύ μπήκε ο Νοέμβρης για τα καλά, και ας μην άφηνε ο καιρός να το βλέπουμε με την πρώτη ματιά. Την επιφανειακή, την ματιά του φαίνεσθαι, την εφήμερη, ψυχωτική. Σήμερα είμαι καλά, λέει. Άθικτη, ξεκομμένη, ατσαλάκωτη, γυαλισμένη από τους συμβούλους life-style.

Και όμως μπήκε βαθιά ο Νοέμβρης, και από το χώμα βγαίνει η φωνή του τόπου, όλες οι φωνές των γενιών που το πάτησαν και το μύριζαν, το καλλιέργησαν, το ύμνησαν και το πρόδωσαν.






Πήγα να μαζέψω τις ελάχιστες ελιές, για να'χουμε το "δικό μας" λάδι. Και μες την καρδιά μου ακόμα ματώνουν οι τρύπες που άφησαν οι ρίζες των ελαιόδεντρων που είχε φυτέψει ο παππούς μου για την γιαγιά μου.
Θύμα χρηματιστηριακών σκέψεων και ανεβοκατεβασμάτων οικοπεδικών αξιών.
















Η δουλειά μου πλέον δεν έχει σπίτι,
τραγουδάει ύμνους σε κωφούς,
τους μαθαίνω να ακούνε
όπως μιλάω - με εικόνες.
Αέναος ταξιδιώτης και
συλλέκτης ιστοριών,
που συνθέτουν το παζλ της ζωής.



Πολύ με εκφράζει το κείμενο του Γιώργου Τυρίκου-Εργά, όπως το 
δημοσίευσε στην σελίδα του στο facebook.


Όσο σκέφτομαι την τοποθεσία. Λέω το όνομά της, το λέω για να το ακούσω. Συκαμιά. Προσπαθω να εννοήσω τα μεγέθη. Τον Μυριβήλη τι έγραφε πριν ενενήντα τόσα χρόνια...Όσο βλέπω τη Παναγιά Γοργόνα και στα πόδια της, λέμβους προσφύγων ξανά, ξανά το έτος δυο χιλιάδες δεκαπέντε. Τι παιχνίδια είναι αυτά; Αν είχαν στόμα οι πέτρες οι πικρές, αν είχε στόμα αυτή η γη...Μόνο εμείς έχουμε στόμα όμως.
 Οι άνθρωποι στη Λέσβο μαζεύουν αυτές τις μέρες τον ευλογημένο καρπό της ελιάς. Στα χωράφια προσκυνούν τη γη, άλλοι γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς κι ας μη βγαίνει ολόκληρο το μεροκάματο, άλλοι γιατί απλά θέλουν να έχουν το δικό τους λάδι κρυμμένο σαν θησαυρό από τη γη των παππούδων και των γιαγιάδων τους, μια μυσταγωγία. 




Κι όμως τα περισσότερα λιόδεντρα θα παραμείνουν αμάζευτα. Αυτός ο τόπος συνεχίζει τους κύκλους του και στην πραγματικότητα το μόνο που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να συνταιριάσουμε αυτούς τους κύκλους με την πορεία του δικού μας σώματος. Με αυτά που πραγματικά έχουμε ανάγκη, να ξέρουμε και να έχουμε, τα ελάχιστα. Έχουν σοφία αυτές οι πέτρες, αυτό το χώμα, αυτή η θάλασσα και μπορεί να μην έχουν στόμα, έχουν όμως μνήμη, σημάδια, ξεχωρίζουν συνέχεια το ουσιώδες από το άχρηστο. Η Παναγιά είναι γοργόνα, εδώ πνίγηκε η προσφυγοπούλα από τη Μικρά Ασία, εδώ πνίγεται ακόμα στο πρόσωπο της γυναίκας από τη Συρία. 




Εδώ φυτεύτηκε η μουριά και η ελιά από τους κυνηγημένους, αυτούς που δεν τους ήθελαν στον οικισμό και τους έδιωξαν να μένουν κοντά στη θάλασσα, στο μάτι του καιρού, εδώ υπάρχουν ακόμα τα δέντρα, χαρακωμένα με ημερομηνίες, αμάζευτα, πλούτος για όλους. Εδώ η θάλασσα, εδώ η γη, εδώ οι άνθρωποι, ξανά.
Όσο κοιτάς τριγύρω τόσο σίγουρος είσαι : αυτός ο τόπος έχει να δώσει για όλους. Είναι τόσο πλούσιο το νησί της Λέσβου, είναι τόσος πλούσιος όλος ο πλανήτης να μην λείψει ποτέ κάτι σε κανέναν. Σε κάθε εποχή να είναι εδώ οι λύσεις και σε κάθε εποχή να μην υπάρχει κανένα έλεος για τον πιο αδύναμο...

Γιώργος Τυρίκος-Εργάς





03 November 2015

Dourgouti Island Hotel

Dourgouti Island Hotel


Φεύγω με την φαντασία, φεύγω με την μνήμη, φευγω από το φόβο, φεύγω μένοντας...

Dourgoutio Island Hotel


44 εικόνες από την performance στο Δουργούτι από την UrbanDig/όχι παίζουμε

25 September 2015

Το ροζ που δεν ξέχασα


Κάτι έμεινε από το καλοκαίρι, μια αύρα, ένα αεράκι που μυρίζει θάλασσα, καλοσύνη, ζέστη,   κρασί, παραμύθι και κάτι άγνωστο πίσω από την επόμενη γωνία



Οι δουλειές σε παγωμένο χρόνο, αιώνες ίδιες κινήσεις, χέρια μαζεύουν, ξεδιαλέγουν, απλώνουν, γυρίζουν. Οι γεύσεις πηγάζουν στο βάθος χρόνου, οι φωνές και τα λόγια αλλάζουν, επαναλαμβάνονται




Η μελαγχολία στο ξεκίνημα του δρόμου, κάθε λεπτό ένας αποχαιρετισμός, κάθε λεπτό μια ζεστή νοσταλγία, μια φευγαλέα σκέψη




τρυφερότητα, αεράκι σαν χάδι, δροσιά το ύστατο αγαθό



Και μετά χαιρετάς, η ζωή είναι μπροστά, κλειδώνεις το σπίτι και φεύγεις. 
Εσύ επιβιώνεις αλλού πλέον























01 September 2015

κρινάκια, το λευκό και το μπλε

καλοκαιρινό Ι: κρινάκια, το λευκό και το μπλε


Reblogged από "Το Βυτίο"
[Ως συνήθως, χύμα σημειώσεις, αυτή τη φορά όχι σε τετράδιο, αλλά στο κινητό.]
Ξεκινήσαμε με το ερώτημα αν υπάρχει ακόμη καλοκαίρι.
Η δραματική επικαιρότητα, η σκληρή στάση δηλαδή του ελληνικού κράτους και της Ε.Ε. απέναντι στους πρόσφυγες, ακόμη και για τους πιο τυφλούς ή αδιάφορους έδειξε ότι αυτό που ζούμε φυσικά και δεν είναι τα ίχνη μιας κάποιας «ανθρωπιστικής κρίσης», όπως ίσως θέλουν να πιστεύουμε όσοι νομίζουν ότι το πρόβλημα έπεσε απ’ τον ουρανό και «τι να κάνουμε, έχουμε τα δικά μας προβλήματα». Το Πεδίον του Άρεως ήταν αποκαλυπτικό και κατά τη γνώμη μου ο καθένας μπορούσε να βγάλει άπειρα πολιτικά και προσωπικά συμπεράσματα από την πρώτη κιόλας επίσκεψη. Δεν είναι της παρούσης να σκεφτείς ότι μετά από το Πεδίο του Άρεως ό,τι και να πεις για  αυτό το πράγμα που αυτοαποκαλείται «αριστερή κυβέρνηση» θα είναι λίγο. Αυτό το ποστ είναι καλοκαιρινό, μακριά από μας η πολιτική.
Ακόμη υπήρχε όλο το καλοκαίρι η ιδέα ότι αυτό που ακολουθεί μετά από τις όποιες διακοπές θα είναι απείρως χειρότερο απ’ ό,τι έχουμε φανταστεί. Η ιδιαιτερότητα του να ζεις χρεωμένος, εσύ κ οι φίλοι σου για καιρό, είναι ότι το χρέος αυτό διαρκώς μεγαλώνει, ρουφώντας όχι μόνο την όποια οικονομική δυνατότητα για κάτι άλλο, αλλά κυρίως την ψυχική δύναμη να αντιμετωπίσεις τον κόσμο στο σύνολό του. Η κατάργηση του μέλλοντος, η κατάργηση του οποιουδήποτε επιθυμητού ενδεχόμενου στην πραγματικότητά σου, συνιστά ένα χτύπημα πολύ βαρύ, αφού τελικά δεν μπορείς να ζήσεις πουθενά. Το τώρα είναι μια διαρκής αγωνία, το χθες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να προσφέρει πολλά περισσότερα από λίγη νοσταλγία (που δεν είναι και πάντα ακριβώς βοηθητική) και το αύριο, όπως ξαναείπα, είναι ανύπαρκτο. Συνεπώς είσαι καταδικασμένος στη διαρκή υστερία του παρόντος.
Υπάρχει το άδραξε τη μέρα, υπάρχει και το αν βγάλεις κι αυτή τη μέρα, πάλι καλά να λες.
***
Έχοντας στο νου και τα παραπάνω, κάποιες στιγμές μάλλον έχασα τα λογικά μου, μ’ έπιασε κάτι και σκεφτόμουν σενάρια επιστημονικής φαντασίας.
Ήμουν στη θάλασσα και κοιτούσα το σωρό τα μαγαζιά που συνωστίζονταν πάνω στην παραλία. Καφετέριες – εστιατόρια – μίνι μάρκετ – μπιτς μπαρ – σκέτα μπαρ – ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όλα αυτά τα λευκά σπιτάκια, κτιριάκια, μαγαζάκια κολλητά στο μπλε της θάλασσας. Το λευκό και το μπλε. Το λευκό και το μπλε. Και οι κολυμβητές. Και ο ήλιος πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Και ο απόηχος μιας μουσικής από ένα από τα λευκά σπιτάκια. Και οι τεντώστρες με τις ομπρέλες πάνω στο κύμα. Και ο φρέντο εσπρέσο 3,50 ευρώ σε πλαστικό.
Το λευκό και το μπλε.
Ποτέ ξανά δεν φαντάστηκα με τόση λεπτομέρεια ένα drone, μια ρουκέτα, μία έκρηξη, ένα μπαμ, μια καταστροφή, έναν μαύρο καπνό, το τέλος του λευκού και του μπλε.
Δεν υπάρχει ομορφιά που να έμεινε ανέγγιχτη από τη λαχτάρα αυτού του άπληστου και παμφάγου τρόπου ζωής. Το λευκό και το μπλε, αυτό το λευκό και αυτό το μπλε, είναι μόνο οφθαλμαπάτη, άλλοθι, ντροπή. Αλλά ο ποιητής συνεχίζει να μιλάει για το λευκό και το μπλε, σα να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι άνθρωποι των λευκών σπιτιών που συνωστίζονται πάνω στην ακτή, οι ίδιοι ακριβώς που το μπλε μας είναι γεμάτο πτώματα.
Με τι καρδιά και τι βλέμμα βλέπουμε την ομορφιά; Κι είναι αυτή πια κάτι αόριστο, ασαφές, αιώνιο, πέρα απ’ τα ανθρώπινα;
***
DSC_0033
μπορεί κάποιος να μας πάρει και μας αφήσει σ’ αυτή την πλατεία. υπόσχομαι ότι θα πάψω να γκρινιάζω. (προσωρινά)
Είμαι υπερβολικός το ξέρω. Υπάρχει ακόμη κρυμμένο μπλε και λευκό, αθώο του αίματος. Και ο κυνηγημένος του χειμώνα χρειάζεται και αξίζει ένα διάλειμμα ομορφιάς. (Για να μπορεί μετά με άνεση να διαιωνίσει την ασχήμια, αλλά κι αυτό είναι ένα άλλο θέμα).
Επιστροφή καλύτερα στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας.
Είμαι σε παραλία της Μεσσηνίας, με φοβερά νερά και φοβερή άμμο και η παραλία έχει καταληφθεί κατά το ήμισυ από το συνολάκι ξαπλώστρα/ ομπρέλα/ σκαμποτράπεζο για φρέντο και κατά το υπόλοιπο ήμισυ από μόνιμες κατασκευές (τις τέντες κήπων που πουλάει το πράκτικερ) που έχουν τοποθετήσει οι ντόπιοι, δένοντας και με αλυσίδες στα στηρίγματα της τέντας, καρέκλες, παιχνίδια, σακούλες τζάμπο.
Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια την ομάδα των μαυροφορεμένων κουκουλοφόρων που κατεβαίνουν νύχτα στην παραλία με ένα τεράστιο φορτηγό. Με πριόνια και εργαλεία όλων των ειδών, κόβουν τις μόνιμες κατασκευές και διαλύουν τις προσωρινές. Τα απομεινάρια τοποθετούνται όλα στο φορτηγό και απομακρύνονται πριν ξημερώσει. Το πρωί, ντόπιοι και τουρίστες, καταστηματάρχες, αποικιοκράτες και αποικιοκρατούμενοι, σοκάρονται μπροστά στη θέα της άδειας παραλίας. Βουβαμάρα, άμμος και ελαφρύ κυματάκι.
Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια μια απόφαση που λέει ότι ο τουρισμός, εξωτερικός και εσωτερικός, σταματάει για δύο χρόνια. Δε με συμφέρει είμαι αθηνέζος*, αλλά δεν πειράζει. Για δύο χρόνια τίποτα, μέχρι το τοπίο και οι άνθρωποι να ‘ρθουν λίγο στα συγκαλά τους.
Αλλά αυτά είναι αυτά που είναι, δηλαδή φαντασίες και μάλιστα όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες. Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι ακριβώς συνέβη αυτό το καλοκαίρι; Ή μάλλον, μπορέσαμε να δούμε καθόλου ομορφιά ή η πραγματικότητα το έκανε αδύνατο;
***
Κι είδαμε και τον κρίνο της θάλασσας. Την ακτή να αδειάζει αργά το απόγευμα, το αεράκι να μας ξαναγεννάει, το νερό να μας καταπίνει συμπονετικά. Το είδαμε το κρινάκι. Και μας είδε κι αυτό.
Ποιος ξέρει αν θα το ξαναδούμε ή αν η βαριά βιομηχανία της χώρας θα τα σαρώσει όλα τυφλωμένη από το κοινό όραμα δεξιών και αριστερών. Ανάπτυξη μέχρι τέλους, αυτός είναι ο φάρος που φέγγει μέχρι τα πέρατα του μπλε και του λευκού.
***
DSC_0111-001
«Συνεχίζουμε να πίνουμε, τίμιες μερίδες, μπουκάλια γενναιόδωρα, λογαριασμός σε δυσθεώρητα ύψη αλλά όλα εδώ πληρώνονται, τι ωραία που γυαλίζουν τα γόνατά σας στο σκοτάδι κορίτσια», έγραψε κάποια στιγμή ο ΚΚΜ. Στο σκοτάδι ναι, αλλά και στο φως.
***
Το καλοκαίρι κάτι γενέθλια, αλλά κυρίως κάτι θάνατοι όχι πολύ κοντινοί αλλά όχι και τόσο μακρινοί, επαναφέρουν το ζήτημα ότι το πικ (ας το πούμε) της ζωής ήταν, είναι αλλά δε θα ‘ναι για πολύ ακόμη στο εδώ και τώρα. Οι συζητήσεις για την ηλικία συνήθως δεν έχουν πολύ νόημα, παρά χρησιμεύουν για αυτομαστίγωση και επί τούτου μελαγχολία, αλλά και πάλι σκεφτόμουν όχι τόσο αν είμαι πια μεγάλος, μικρός ή κάτι το ενδιάμεσο, αλλά μάλλον σε τι συνίσταται αυτό το πικ του βίου, το οποίο ας πούμε ότι διανύουμε. Τι κάνει κανείς στο πικ; Δουλεύει περισσότερο από ποτέ; Βγάζει περισσότερα λεφτά από ποτέ; Δημιουργεί περισσότερο από ποτέ; Κάνει περισσότερες τρελές από ποτέ; Στρώνει το μέλλον; Βουτάει στις καταχρήσεις; Γίνεται άσωτος υιός ή προσεχτικός σχεδιαστής; Χαλαρώνει τώρα που μπορεί ή φορτσάρει σε όλα; Φεύγει για διακοπές τρώγοντας τα τελευταία δανεικά κι αγύριστα ή εργάζεται πυρετωδώς κυνηγώντας την προκοπή;
***
Δεν μπορώ να δώσω καμία απάντηση φυσικά. Σκέφτομαι μόνο ότι τώρα στο πικ, μπορώ να κάθομαι στην αυλή του χωριού ακίνητος για δέκα μέρες, μόνο με τα βιβλίο μου και καφέ. Ή ακόμη περισσότερο μπορώ να πηγαίνω στο καφενείο στο χωριό Πιτσινιάνικα στα Κύθηρα και να πίνω τη μία μπύρα πίσω απ’ την άλλη αλλά όχι με την αγωνιώδη ταχύτητα του αθηναίου, παρά με την βραδύτητα του ανθρώπου που βουλιάζει στο τοπίο και στις γουλιές.
Και τότε το ερώτημα θα επανέρχεται αλλιώς. Γιατί δε μένουμε ήδη στα Κύθηρα; Γιατί δε βιαζόμαστε περισσότερο να μείνουμε εδώ; Και η απάντηση δεν είναι τόσο πρακτική (τι δουλειά να κανείς), όσο θα πίστευε κανείς. Η απάντηση είναι κάπως πλαγίως πολιτική, αφού κι εκεί, στο ύστατο καταφύγιο, η επέλαση δεν σταματάει, δεν ανακόπτει τον καλπασμό της, δεν διστάζει να προαναγγείλει τον ερχομό της με σημαίες και με ταμπούρλα και με πινακίδες που γράφουν πάνω ΕΣΠΑ.
***
(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας
(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας
Ίσως ποτέ να μην το πίστεψα, γιατί δε με συνέφερε, αλλά η ομορφιά, αυτή η ομορφιά, πάει αγκαζέ με μια επιθυμία ελευθερίας. Κι όπως κάθε επιθυμία ελευθερίας, δεν μπορεί να αγοραστεί, να μπει σε πακέτο προσφοράς, να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, να διαφημιστεί ως διάλειμμα από την κανονικότητα.
Το επίδικο είναι μια άλλη κανονικότητα. Με κρινάκια, ξανθές τρίχες, χαμηλούς ρυθμούς και χωρίς πτώματα.
***
Πιστεύω ότι το επόμενο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι το ζήτημα του χώρου. Δεν πρόκειται να μείνει εκατοστό αναξιοποίητο. Όπως εννοούν εκείνοι την αξιοποίηση. Δεν πρόκειται να μείνει χιλιοστό, τοπίου ή ανθρώπου, ελεύθερο. Ήδη, όπως ακούσαμε από διπλανή παρέα σε παραλία, τα καγιέν συνωστίζονταν στην άκρη ενός ημιάγνωστου χωριού, έξω από ένα καφενείο, χωρίς ταμπέλα ή τιμοκατάλογο. Θα πρέπει να δούμε το ζήτημα του χώρου με άλλη ματιά.
—
*δέχομαι τον θεσ/νικιώτικο όρο αφού οι βόρειοι φίλοι μου έχουν πάντα ένα τρόπο να μιλάνε, που με κάνει ζηλεύω τα ιδιώματα, τις λέξεις, τις παροιμίες. Κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω, νομίζω ότι η γλώσσα η ίδια έχει χιούμορ, φοράει κορδελάκια και καμιά φορά χορεύει από μόνη της.

02 August 2015

"Καλόν Παράδεισο"


Νύχτα στο βουνό. Αθόρυβα κινούνται οι μοναχές στη χορογραφία της τελετής. Κρυστάλλινες οι φωνές των κοριτσιών που ψέλνουν. Ακόμα και ο αέρας σταμάτησε. Η θερμοκρασία στο υψόμετρο ανεκτή: Δροσιζόμαστε...

Τα μαύρα ράσα με το πέπλο που κρύβουν το πρόσωπο ανεμίζουν με ανάλαφρη αίσθηση. Ακόμα και η επισκέπτες γυναίκες τα μαλλιά τους τα έχουν δέσει με μαντίλες.


 Ηρεμία και απαλότητα, η γλώσσα γεμάτη ελεημοσύνη, συγχώρεση, πίστη και ευχές.



"Καλό παράδεισο" εύχονται με παγωμένο νερό και γλυκή άρτο. Χαμόγελα και βλέμματα ανοιχτά. Σαν χορεύτριες μετά από μια πετυχημένη παράσταση.


 Χαιρετάμε τις Παλαιοημερολογίτησες...




 

20 July 2015

Με τα πόδια μου να πατούν σε στάχτες



Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα
μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…
σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου
καλούσε βοήθεια.
O ουρανός αμίλητος και σταχτύς
το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.
Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιώτων
την πικρή θέληση να ζήσουν!
Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.
οι φίλοι είχαν χαθεί
κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…
…και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά
απο τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες
παιδικές ευπιστίες…
Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.
Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
μπροστά στο θάνατο
ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…
Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους
οχετούς.
Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα
απ’ το βάθος των περασμένων.
…Θέ μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Xριστουγέννων…
Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.
Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν τό χαμόγελό σου…
Η πλατεία θα μείνει έρημη
σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή
λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.
Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πιά
να μας προδώσουν…
Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…


 απόσπασμα
Συμφωνία αρ. 1, Τάσος Λειβαδίτης

18 July 2015

"Πορφυρές μέρες" στον Υμηττό


Με τα πόδια μου να πατούν σε στάχτες:






άκουγαν οι άποιροι τους έμπειρους, πρόσεχαν οι δυνατοί τους αδύναμους, βοηθούσαν οι νέοι τους παλιούς, εμψύχναν τους γενναίους, φρόντιζαν τους μαχόμενους, προστάτευαν όλους, δούλευαν σκληρά, με ρυθμό, ηρεμία, συγκεντρμένοι, δυναμικά...



τόσα άλλαξαν από την τελευταία στιγμή που "πάτησα" στο συγκεκριμμένο σημείο...Φεύγοντας ο διάλογος με έναν εθελοντή πυροσβέστη: Κουραστ'ηκαμε...κουράστηκα...ναι...έγινε όμως δουλεια...καναμε δουλειά,ε...καλή ξεκούραση...(Making-of των φωτογραφίων, αρα και ο τ'ιτλος αναπόσπαστος)


"Πορφυρές μέρες" στον Υμητό https://plus.google.com/photos/110442902186954020543/albums/6172577988276621105?authkey=CIbzkurk7I6elwE
Posted by πορφυρές μέρες on Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

feel free to share with you friends